11/21/11

El Pajaro Espino

[...] Γύρισε στο θέμα που είχε σημασία για κείνη. "Δεν ξέρω πώς θα τα βγάλω πέρα δίχως εσάς, πάτερ. Πρώτα μου έφυγε ο Φρανκ, τώρα εσείς. Με τον Χαλ είναι αλλιώς' το ξέρω πως έχει πεθάνει κι ότι δεν μπορεί να γυρίσει ποτέ πίσω. Όμως εσείς κι ο Φρανκ είστε ζωντανοί! Θ' αναρωτιέμαι πάντα για το πώς περνάτε, τι κάνετε, αν σας πηγαίνουν όλα καλά, αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσα να κάνω για να σας βοηθήσω. Θα πρέπει  ν' αναρωτιέμαι ακόμα και για το αν θα ζείτε την κάθε φορά, έτσι δεν είναι;"
"Κι εγώ έτσι νιώθω, Μέγκυ, κι είμαι σίγουρος πως νιώθει κι ο Φρανκ τα ίδια".
"Όχι. Ο Φρανκ μάς ξέχασε... Θα μας ξεχάσετε και σεις".
"Ποτέ δε θα σε ξεχάσω, Μέγκυ, ούτε στιγμή όσο θα ζω. Και για τιμωρία μου θα ζήσω πολλά πολλά χρόνια". Σηκώθηκε και την έπιασε να τη σηκώσει κι εκείνη, πέρασε γύρω της τα χέρια του σ' ένα αγκάλιασμα χαλαρό, τρυφερό. "Νομίζω πως είναι το οριστικό μας αντίο αυτό, Μέγκυ. Δε θα μπορέσουμε να βρεθούμε μόνοι ξανά".
"Πάτερ, αν δεν ήσαστε κληρικός θα με παντρευόσαστε;"
Ο τίτλος τον ενόχλησε. "Μη με φωνάζεις έτσι όλη την ώρα! Ραλφ με λένε". Όμως αυτό δεν απαντούσε στο ερώτημά της.
Μόλο που την κρατούσε στην αγκαλιά του, δεν είχε καμιά πρόθεση να τη φιλήσει. Το φεγγάρι είχε φύγει κι ήταν πυκνό το σκοτάδι' σχεδόν δεν έβλεπε το στραμμένο κατά το δικό του πρόσωπό της. Ένιωθε τα μικρά, στητά στήθη της χαμηλά πάνω στο στέρνο του' μια αίσθηση περίεργη, ανησυχητική. Κι ακόμα πιο ανησυχητικό ήταν το γεγονός πως, με μια φυσικότητα λες κι αγκάλιαζε κάθε μέρα άντρες, είχε τυλίξει τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και τα είχε σφίξει γερά το ένα με το άλλο.
Ποτέ στη ζωή του δεν είχε φιλήσει καμιά γυναίκα ερωτικά, δεν ήθελε να το κάνει ούτε και τώρα' ούτε η Μέγκυ το ήθελε, ήταν σίγουρος. Θα περίμενε ένα ζεστό αντίο, ένα γρήγορο χάδι, αυτά που θα ζητούσε από τον πατέρα της αν ήταν να φύγει ο Πάντυ από το σπίτι. Ήταν περήφανη κι ευαίσθητη' θα την είχε πληγώσει βαθιά πριν που είχε πάρει τα πολύτιμα όνειρά της και τα είχε αναλύσει με τρόπο αδιάφορο κι απόμακρο. Θα την παρηγορούσε καθόλου αν μάθαινε πως ήταν πολύ χειρότερος ο πόνος του από το δικό της; Όπως έσκυψε το κεφάλι του να βρει το μάγουλό της, η Μέγκυ ανασηκώθηκε στις μύτες και περισσότερο από τύχη παρά από σκοπιμότητα, άγγιξε με τα χείλια της τα δικά του. Τραβήχτηκε σαν να είχε γευτεί το δηλητήριο αράχνης, μετά έγειρε μπρος ξανά προτού τη χάσει, προσπάθησε να πει κάτι πάνω στο γλυκό κλειστό της στόμα, που άνοιξε όπως έκανε να του απαντήσει η Μέγκυ. Καθώς τη φιλούσε σαν να έπαιρνε την τελευταία του ανάσα, θαρρείς κι έγινε ρευστό το κορμί της, ένα ζεστό αναλυτό σκοτάδι' το ένα του χέρι ήταν σφιγμένο γύρω από τη μέση της, το άλλο στο μήκος της πλάτης της, με την παλάμη χωμένη στα μαλλιά της, να της κρατάει το πρόσωπο στραμμένο στο δικό του, σαν να φοβόταν πως θα του έφευγε εκείνη την ίδια στιγμή, πριν προφτάσει να καταλάβει και να καταχωρήσει στο νου του τούτη την απίστευτη παρουσία που ήταν η Μέγκυ. Που ήταν η Μέγκυ, και που δεν ήταν η Μέγκυ συνάμα, πολύ ξένη για να είναι γνώριμη, γιατί η δικιά του η Μέγκυ δεν ήταν γυναίκα, δε σου έδινε την αίσθηση μιας γυναίκας, δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει γυναίκα γι' αυτόν. Όπως δε θα μπορούσε κι ο ίδιος να γίνει άντρας για κείνη. [...]

vacío














- επιτέλους μια απολύτως ανεκτή και υποφερτή κατάσταση.