Το δωμάτιο σα να στενεύει απόψε και το χαμηλό φως παίζει μαζί με τη φαντασία μου και δημιουργεί φοβερές ιστορίες και ανήκουστα παραμύθια στους τοίχους. Οι πρωταγωνιστές τους; Οι σκιές... Πόσα σχήματα, πόσες διαφορετικές φιγούρες περνούν μπροστά από τα μάτια μου προσπαθώντας να με εντυπωσιάσουν. Σκαρώνοντας σκηνικά και διαλόγους. Πέρασα αρκετές ώρες χαζεύοντας τις μαγικές αυτές παραστάσεις που εμφανίζονταν μπροστά μου η μία μετά την άλλη. Πολύ αργότερα κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή. Το ανοιχτό παράθυρο και το γεμάτο φεγγάρι με κοιτούν, σα να περιμένουν κάτι από εμένα. Σα να περιμένουν...να περιμένουν να τους διηγηθώ εγώ μια ιστορία. Η φαντασία μου φοβάται να πάρει μέρος μήπως και απογοητεύσει το ανυπόμονο κοινό, αλλά στο τέλος υποχωρεί και με βοηθά.
“Μια φορά κι έναν καιρό, η άγνοια αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να μορφωθεί κι έτσι έτρεξε στη γνώση να τη διδάξει. Η άγνοια ήταν μικρή και άπειρη και εντυπωσιάστηκε τόσο από τη γνώση που μεταλλάχτηκε. Το επόμενο πρωί η άγνοια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε τη μορφή της αλλιώτικη...είχε γίνει...ενθουσιασμός! Ο νεαρός ενθουσιασμός συνέχισε τα μαθήματά με τη γνώση βλέποντάς τη πια όχι ως γνώση αλλά ως ομορφιά. Μετά από λίγο καιρό ο ενθουσιασμός ένιωσε έντονους πόνους στο στομάχι και δεν άργησε να καταλάβει ότι είχε μεταλλαχθεί ξανά. Είχε γίνει....έρωτας! Ο έρωτας ήταν ήδη ενός χρόνου όταν η λατρεία του για την ομορφιά, του έγινε εμμονή. Την ακολουθούσε παντού. Ήθελε να βρίσκεται κάθε ώρα και λεπτό δίπλα της. Να την ακούει...μόνο αυτό του έφτανε. Δεν ήλπιζε σε κάτι περισσότερο μια και η ομορφιά είχε τη διπλάσιά του ηλικία και στο χώρο των αισθημάτων και των αισθήσεων ήταν απαγορευμένη μια σχέση σαν αυτή που εκείνος ευχόταν. Η ομορφιά μετά από καιρό αποδείχθηκε πως ήταν περηφάνεια και έπαιζε με τον μικρό έρωτα για να τονώνει το εγώ της αδιαφορώντας για τα συναισθήματά του τα οποία και γνώριζε. Παρόλες τις εντάσεις και τις διαμάχες μεταξύ τους ο έρωτας συνέχιζε να λατρέυει την περηφάνια κι έτσι ένα πρωί καθώς ετοιμαζόταν για το μάθημά του, πριν φύγει είπε να ρίξει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Συμφορά! Ο έρωτας είχε γίνει αγάπη και τώρα τίποτα δε μπορούσε να τον σώσει! Η περηφάνεια σε μια συνάντησή τους αγκάλιασε σφιχτά την αγάπη και ύστερα απομακρύνθηκε πάλι. Είχε γίνει ανασφάλεια πια. Η αγάπη πετούσε στα σύννεφα! Ήταν τόσο ερωτευμένη με την ανασφάλεια που δεν την ένοιαζε τίποτα άλλο στον κόσμο. Oύτε οι νόμοι, ούτε οι κανόνες, ούτε η διαφορά ηλικίας τους, ούτε καν το γεγονός ότι μεταξύ τους υπήρχε μια σχέση δασκάλου-μαθητή. Μια μέρα αποφάσισε να μιλήσει στην ανασφάλεια για το πως νιώθει. Είχαν περάσει δύο χρόνια και η ενήλικη πια αγάπη φοβόταν μήπως με το τέλος των μαθημάτων δεν ξαναδεί ποτέ την ανασφάλεια. Αφού της εξομολογήθηκε τον έρωτά της, η ανασφάλεια τρόμαξε και έγινε άμυνα. Η άμυνα στη συνέχεια έγινε φόβος κι ο φοβος αρνήθηκε την όποια ανάμειξη στη σχέση με την αγάπη. Την αποκάλεσε τρελή και φαντασιόπληκτη και έφυγε μακριά της. Τότε η καρδιά της αγάπης έσπασε σε χίλια μικρά κομμάτια και εκείνη μεταμορφώθηκε σε πόνο. Κι ο πόνος συνεχίζει μέχρι και σήμερα ν' αναζητά την αιτία που ο φόβος του αρνήθηκε τον έρωτα.”
“Μια φορά κι έναν καιρό, η άγνοια αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να μορφωθεί κι έτσι έτρεξε στη γνώση να τη διδάξει. Η άγνοια ήταν μικρή και άπειρη και εντυπωσιάστηκε τόσο από τη γνώση που μεταλλάχτηκε. Το επόμενο πρωί η άγνοια κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε τη μορφή της αλλιώτικη...είχε γίνει...ενθουσιασμός! Ο νεαρός ενθουσιασμός συνέχισε τα μαθήματά με τη γνώση βλέποντάς τη πια όχι ως γνώση αλλά ως ομορφιά. Μετά από λίγο καιρό ο ενθουσιασμός ένιωσε έντονους πόνους στο στομάχι και δεν άργησε να καταλάβει ότι είχε μεταλλαχθεί ξανά. Είχε γίνει....έρωτας! Ο έρωτας ήταν ήδη ενός χρόνου όταν η λατρεία του για την ομορφιά, του έγινε εμμονή. Την ακολουθούσε παντού. Ήθελε να βρίσκεται κάθε ώρα και λεπτό δίπλα της. Να την ακούει...μόνο αυτό του έφτανε. Δεν ήλπιζε σε κάτι περισσότερο μια και η ομορφιά είχε τη διπλάσιά του ηλικία και στο χώρο των αισθημάτων και των αισθήσεων ήταν απαγορευμένη μια σχέση σαν αυτή που εκείνος ευχόταν. Η ομορφιά μετά από καιρό αποδείχθηκε πως ήταν περηφάνεια και έπαιζε με τον μικρό έρωτα για να τονώνει το εγώ της αδιαφορώντας για τα συναισθήματά του τα οποία και γνώριζε. Παρόλες τις εντάσεις και τις διαμάχες μεταξύ τους ο έρωτας συνέχιζε να λατρέυει την περηφάνια κι έτσι ένα πρωί καθώς ετοιμαζόταν για το μάθημά του, πριν φύγει είπε να ρίξει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Συμφορά! Ο έρωτας είχε γίνει αγάπη και τώρα τίποτα δε μπορούσε να τον σώσει! Η περηφάνεια σε μια συνάντησή τους αγκάλιασε σφιχτά την αγάπη και ύστερα απομακρύνθηκε πάλι. Είχε γίνει ανασφάλεια πια. Η αγάπη πετούσε στα σύννεφα! Ήταν τόσο ερωτευμένη με την ανασφάλεια που δεν την ένοιαζε τίποτα άλλο στον κόσμο. Oύτε οι νόμοι, ούτε οι κανόνες, ούτε η διαφορά ηλικίας τους, ούτε καν το γεγονός ότι μεταξύ τους υπήρχε μια σχέση δασκάλου-μαθητή. Μια μέρα αποφάσισε να μιλήσει στην ανασφάλεια για το πως νιώθει. Είχαν περάσει δύο χρόνια και η ενήλικη πια αγάπη φοβόταν μήπως με το τέλος των μαθημάτων δεν ξαναδεί ποτέ την ανασφάλεια. Αφού της εξομολογήθηκε τον έρωτά της, η ανασφάλεια τρόμαξε και έγινε άμυνα. Η άμυνα στη συνέχεια έγινε φόβος κι ο φοβος αρνήθηκε την όποια ανάμειξη στη σχέση με την αγάπη. Την αποκάλεσε τρελή και φαντασιόπληκτη και έφυγε μακριά της. Τότε η καρδιά της αγάπης έσπασε σε χίλια μικρά κομμάτια και εκείνη μεταμορφώθηκε σε πόνο. Κι ο πόνος συνεχίζει μέχρι και σήμερα ν' αναζητά την αιτία που ο φόβος του αρνήθηκε τον έρωτα.”
